Κων/νου Παλαιολόγου 6, 54622 Θεσσαλονίκη peswork20@gmail.com

του κ. Αντ. Κουλούρη

Συνέχεια από το προηγούμενο

Γ΄ Θετικά στοιχεία στην πορεία

Παρά το γεγονός ότι στην παράθεσι του “Δεκαλόγου” των αρνητικών στοιχείων στην πορεία των 150 ετών της ζωής της Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας, που αποτελεί μια πολύ ελλιπή σταχυολόγησι προσωπικών εκτιμήσεων, παρέχεται επίσης, “κατ’ αντιδιαστολήν” και αναφορά σε θετικά στοιχεία. Θα προσθέσω στη συνέχεια, τέσσαρα ακόμη “θετικά” στοιχεία που θα ήταν δυνατόν ν’ αποτελέσουν μια αξιόλογη παρακαταθήκη που η παλαιά γενεά προσφέρει στην καινούρια. Και αυτά βέβαια αποτελούν μια πρόχειρη σταχυολόγησι.

(α) Το αίσθημα της ευθύνης: Πρώτον θα ήθελα ν’ αναφερθώ στην ηγεσία της Εκκλησίας (Ποιμένες, Πρεσβυτέρους, Διακόνους) αλλά και στο κάθε μέλος, άνδρα, γυναίκα, νέον , παιδί. Εκείνο που σε σημαντικό βαθμό εχαρακτήρισε όχι μονο τους πρωτοπόρους αλλά και τους μεταγενέστερους υπήρξε ένα αίσθημα σοβαρότητος και ευθύνης.

Είναι σημαντικό εκείνο που μας ανατίθεται και καθ’ οιονδήποτε τρόπο αναλαμβάνουμε να το πραγματοποιήσουμε με “πάσαν επιμέλειαν”. Δεν μας επιτρέπεται παραμέλησι, ολιγωρία, εφησυχασμός, αδρανής ρεμβασμός, απαθής ενατένισι. Καλούμαστε με κάθε δυνατή ενεργητικότητα, προσήλωσι, ζήλο, επιμονή, καρτερικότητα, αγωνιστικότητα να προωθήσουμε κάθε διακονία.

Ένας γνήσιος Αναμορφωμένος ενώ πιστεύει ότι τα πάντα εξαρτώνται από τον Θεό, από τη χάρι Του, αυτό το “SOLA GRATIA”, εμπιστευόμενος στον Θεό, ενεργεί -στο πλαίσιο του τομέως του- ωσάν τα πάντα να εξερτώνται από αυτόν και μόνο, αδιαφορών απόλυτα τι κάνει ο άλλος. Δεν τον σχολιάζει, ούτε τον επικρίνει, μάλλον τον προτρέπει και τον ενθαρρύνει κατά τον Λόγον του Κυρίου. Ούτε όμως καυχάται, ούτε και επαίρεται για τα “κατορθώματά” του -που είναι γι’ αυτόν Έργον Χάριτος. Έχουμε ανάγκη μιας τέτοιας συμπεριφοράς και διαγωγής. Στο παρελθόν είχαμε πολλά δείγματα μιας συνεπούς τέτοιαας υπηρεσίας και η ανανέωσι αυτού του πνεύματος στην εκκλησιαστική μας ζωή θα αποτελέση μιαν αξιόλογη παρακαταθήκη.

Από τα αρχεία της Συνόδου μας διαπιστώνεται ότι η πλέον αποτελεσματική διακονία των τελευταίων δεκαετιών ήταν εκείνη της δεκαετίας του 1930. Πρόεδρος της Συνόδου ήταν ο Αιδ. Πολύκαρπος Λογγινίδης και Γραμματεύς ο Δημήτριος Καλοποθάκης. Αμφότεροι χαρακτηρίζονται για τη σοβαρότητα, ηπιότητα, μετριοπάθεια και πνευματικότητά τους, αλλά και μια επιμελημένη μεθοδικότητα. Στην περίοδο, λοιπόν, αυτή συγκροτήθηκαν οι περισσότερες εκκλησίες μας -και δεν αναφέρομαι στις εκκλησίες που προήλθαν από αδελφούς που η Μικρασιατική καταστροφή τους έφερε στην Πατρίδα.

Ας μας επιτραπή να μνημονεύσουμε αυτές τις εκκλησίες: Χαλκίδος, Κερκύρας, (Πατρών: που εξέλιπε), Νικαίας, Νιγρίτης, Δημητριτσίου, Βέργης, Αλεξανδρουπόλεως, Αγναντίας, Φερών, Αιγίνης, Χαρτούμ (στο Σουδάν), ομάδες όπως στην Κόρινθο, Νικόκλεια (η πρώτη σύντομα προσχώρησε σε άλλη ομολογία, ενώ η δεύτερη συρρικνώθηκε σε μία οικογένεια). Βέβαια μερικές από τις εκκλησίες αυτές είχαν παλαιότερες ρίζες (π.χ. Ευαγγελικό κήρυγμα στην πόλι των Πατρών, συνδεδεμένο με την Εκκλησία μας υφίστατο από τον πρηγούμενο αιώνα)1.

Όλη αυτή η ανάπτυξι πραγματοποιήθηκε με τελείως ανύπαρκτα οικονομικά μέσα, σε μια περίοδο κατά την οποία και αυτή η πενιχροτάτη μισθοδοσία των Ποιμένων, λόγω της οικονομικής κρίσεως της δεκαετίας του 1930, διεκόπη για σημαντικό χρονικό διάστημα.

Αυτό το αίσθημα της υπευθυνότητος που εχαρακτήριζε τους ηγέτες της Εκκλησίας μας πρέπει να αποτελέση έναν παράγοντα εμπνεύσεως δια τους νεωτέρους. Δεν ήταν αυτό το αίσθημα της υπευθυνότητος, μια κατάστασι εξαναγκασμού, πειθαναγκασμού, αλλά η πηγαία, αυθόρμητη, ευλογημένη ανταπόκρισι στην ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Ας θυμηθούμε τα λόγια του Αποστόλου στους Θεσσαλονικείς: “αδιαλείπτως ενθυμούμενοι το εις την πίστιν έργον σας και τον κόπον της αγάπης και την υπομονήν της ελπίδος” (Α΄ Θες. α΄:3) που μαρτυρούν ότι η πίστις έχει έργον, η αγάπη εκφράζεται με κόπον, και η ελπίς συνδέεται με την υπομονήν.

Αυτό το αίσθημα της ευθύνης είναι συνυφασμένο με μια ιδιαίτερη φροντίδα, προσοχή, επιμέλεια. Η επιμέλεια για το τέκνο του Θεού δεν περιορίζεται, στην καλλίτερη μάλιστα περίπτωση, σ’ εκείνη την επιμέλεια που ο “καλός οικογενειάρχης”, κατά την διατύπωσι του Κανόνος του Ρωμαϊκού Δικαίου: “Diligentiam quam in suis” (επιμέλεια την εν τοις ιδίοις) που επιδεικνύει, αλλά είναι αίσθημα και πράξι πολύ ευγενέστερα! Ας ενθυμηθούμε ακόμη τη θεία προειδοποίησι ¨” επικατάρατος ο ποιών το έργον του Κυρίου αμελώς” (Ιερ. μη:10).

(β) Η αναγνώρισι, η ευπρέπεια, η τιμή: Στη μαρτυρία και την πρόοδο του Ευαγγελίου ένας σημαντικός θετικός παράγων είναι η αμοιβαία αναγνώρισι που οφείλουμε σε κάθε συνεργάτη στο Έργο του Ευαγγελίου. Όπου απτή υπήρξε αυτή στο παρελθόν αποφεύχθηκαν πικρίες, δυσαρμονία, διενέξεις, προβλήματα, που τόσο αρνητικές συνέπειες φέρουν στο γενικό Έργο του Ευαγγελίου. Ο Παύλος συνιστά: “τη τιμή αλλήλους προηγούμενοι” (προλαμβάνοντες να τιμάτε αλλήλους), Ρωμ. ιβ΄: 10. Όχι βέβαια μια φαινομενική, υποκριτική εκδήλωσι, αλλά μία γνησία τιμή και αναγνώρισι, που ανοίγει την καρδιά, καλλιεργεί αγαθά αισθήματα, δημιουργία εγκάρδια φιλία, προκαλεί αμοιβαίο σεβασμό, διεγείρει ένθερμο ενδιαφέρον, οδηγεί σε συνεργατική και συμμετοχική δραστηριότητα. Όλα αυτά με ένα πνεύμα ευπρεπείας και όχι μια χαμηλού επιπέδου λαϊκιστική οικειότητα. Με μια πηγαία ευγένεια, προϊόν βέβαια και μιας χριστιανικής καλλιεργείας και διαπαιδαγωγήσεως, εν κοινωνία αγάπης, συμπεριφέρεται το τέκνο του Θεού.

(γ) Ο σεβασμός στην Εκκλησιαστική μας τάξι και πειθαρχία: Μια μεγάλη παρακαταθήκη που το παρελθόν μας αφήνει είναι και ο σεβασμός σ’ εκείνα που με την αξιόλογη εμπειρία, με προσοχή, στηριζόμενοι στον Λόγο του Θεού οι παλαιότεροι εθέσπισαν για τη διοίκησι και καλή λειτουργία της Εκκλησίας, τους θεσμούς και τις δομές, που επροφύλαξαν, μέχρι σήμερα, την Εκκλησία από διασπάσεις και κατακερματισμό.

Σημειώνω ιδιαίτερα τον θεσμό του Ποιμένος, που εκφράζει, συν τοις άλλοις, την ενότητα της τοπικής εκκλησίας. Το θεσμό του Πρεσβυτερίου, που, συν τοις άλλοις, είναι η έκφρασι της συμμετοχής του λαού στα κοινά, των Διακόνων, που πρέπει να είναι οι φυσικοί συμπαραστάτες του Πρεσβυτερίου στο κοινωνικό κυρίως έργο, της Ολομελείας που, συν τοις άλλοις παρέχει τη δυνατότητα στο κάθε μέλος, αλλά και στην ολότητα, την ευκαιρία ενημερώσεως, συμμερισμού, ελέγχου, συμμετοχής. Ακόμη θα αναφέρουμε τον θεσμό των Συνόδων (Τοπικών και Γενικής), που δίνεται η ευκαιρία στις τοπικές εκκλησίες, από κοινού, να συμμερίζωνται, να συμμετέχουν, να συμβάλλουν στο κοινό Έργο της οικοδομής, της μαρτυρίας, της επεκτάσεως της Βασιλείας του Θεού, αλλά που προ παντός αποτελεί μια σαφή μαρτυρία ότι δεν είμαστε “πολλές εκκλησίες” αλλά μία. Και τούτο, μάλιστα, με τη σαφή επικύρωσι του Λόγου του Θεού, όπου στα εγκυρότερα αρχαία κείμενα (βλέπε Κριτικό κείμενο), στος Πράξεις θ:31, δεν γίνεται λόγος περί “εκκλησιών” αλλά αναφέρεται: “η μεν ούν εκκλησία, καθ’ όλης της Ιουδαίας και Γαλιλαίας και Σαμαρείας είχεν ειρήνην οικοδομουμένη και πορευομένη εν φόβω Κυρίου και τη παρακλήσει του Αγίου Πνεύματος επληθύνετο”.

Αυτή την πολύτιμη παρακαταθήκη και κληρονομία -παρ’ όλο ότι υπήρξαν ίσως σφάλματα, μέσα στην ανθρώπινη αδυναμία και ατέλεια, οι νεώτεροι ας τιμήσουν στο μέτρο, τουλάχιστον, που πρέπει να τιμηθή, έτσι ώστε ο ωραίος κανόνας που ο Απόστολος έθεσε στην εκκλησιαστική ζωή και διαχείρισι να μη παροραθή: “πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γενέσθω” (Α΄ Κορ. ιδ:40).

(δ) Σεβασμός σε κάποιες παραδόσεις: Ναι τολμούμε να πούμε τούτο! Βέβαια δεν εννοούμε αντιβιβλικές παραδόσεις, ούτε, ακόμη, παρωχημένες και ανόητες προκαταλήψεις και οπισθοδρομικές προσκολλήσεις σε εξωτερικές συμπεριφορές.

Εκείνο που εννοούμε είναι να σεβασθούμε καλά στοιχεία που ανταποκρίνονται στο πολιτιστικό μας πλαίσιο, την “cultura” μας, αποφεύγοντας την άκριτη εισαγωγή στην εκκλησιαστική μας αλλά και στην ατομική και οικογενειακή ζωή πρακτικών, συνηθειών, νοοτροπιών που είναι και άσχετες με την πραγματικότητα που ζούμε. Σε κάθε περίπτωσι πρέπει να επιβεβαιώνεται η Ελληνική μας ταυτότης. Δεν θα πρέπει ποτέ να δίδουμε την αίσθησι ότι είμαστε κάτι το ξενόφερτο. Τούτο είναι σημαντικό στη διακονία μας. Οι πρωτοπόροι το επεσήμαναν και έδειξαν πάντα μια ιδιαίτερη εθνική ευαισθησία και γνήσιο πατριωτισμό, χωρίς όμως ποτέ αυτά να εξελιχθούν σε μια εθνικιστική υστερία.

Δ΄ Προκλήσεις (δια την 3η χιλιετηρίδα)

(α) Η ανάγκη μιας ανανεώσεως: Παράλληλα, στην εκκλησιαστική μας ζωή θα πρέπει να υπογραμμίζεται μια άλλη βασική αρχή της Αναμορφώσεως, το “ECCLESIA REFORMATA SEMPER REFORMANDA” (Εκκλησία Αναμορφωμένη συνεχώς Αναμορφούμενη). Τούτο δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο σε τροποποιήσεις ωρισμένων ακαταλλήλων δομών ή την εγκατάλειψι παρωχημένων μεθόδων και συστημάτων αλλά να προχωρή σε μια ουσιαστικότερη επανεκτίμησι και αναθεώρησι, υπό το φως της Βίβλου, καλώς ερμηνευομένης και γενομένης κατανοητής, γνωμών, θεωρήσεων, απόψεων, τοποθετήσεων, προτεραιοτήτων. Τούτο βάσει γνησίων πορισμάτων της συνεχιζομένης ευσυνειδήτου Βιβλικής ερεύνης, και με ιδιαίτερη επιμέλεια, προσοχή και προσευχή, με πνεύμα ταπεινό, εκζητούντες πάντοτε την οδηγία του Αγίου Πνεύματος, καθώς ο Χριστός υποσχέθηκε στους δικούς Του: “… το Πνεύμα της αληθείας, οδηγήσει υμας εν τη αληθεία πάσι” (Ιω. ις΄:13) Αυτά με τη σαφή προειδοποίησι του Λόγου “μη μετακίνει όρια αρχαία” (Παρ. κβ΄:28, κγ΄:10).

Μια τέτοια προσέγγισι θα δώση ένα ουσιαστικώτερο στοιχείο στην άλλη μεγάλη διακήρυξι της Αναμορφώσεως, το “Μόνον η Γραφή” (SOLA SCRIPTURA). Με βαθειά νόησι και γνώσι των Γραφών, και χωρίς να παρεκκλίνουμε ούτε κατά κεραία από τα βιώματα του Ευαγγελίου, την ηθική του, τις σαφείς του υπαγορεύσεις καλούμαστε να σπεύσουμε ν’ ανταποκριθούμε στο πρόβλημα, στην ανάγκη, στις απαιτήσεις του σύγχρονου ανθρώπου -όχι για να προσαρμοσθούμε στο πνεύμα και τη νοοτροπία του, που κυριαρχείται από την εωσφορική αλαζονεία, αλλά για να δώσουμε μια ανανεωμένη έμφασι στο ζωντανό μήνυμα της εν Χριστώ σωτηρίας.

(β) Μια ολιστική προσέγγισι: Όμως είναι κρίσιμο στον αιώνα που έρχεται, να προσεγγίσουμε, με τη χάρι του Θεού, τον σύγχρονο άνθρωπο στην πλήρη, και ολοκληρωμένη υπόστασί του -ή με την σύγχρονη ορολογία “ολιστικά” (από το όλον), αναγνωρίζοντες τα δύο στοιχεία: πνεύμα και ύλη -όχι διασπασμένα αλλά άρρηκτα συνηνωμένα σε μια -κατά Θεόν- ευλογημένη ενότητα. Σ’ αυτόν τον άνθρωπο απευθύνθηκε ο Ιησούς στην επίγεια διακονία Του, σ’ αυτόν τον άνθρωπο απευθύνεται η Βίβλος.

Είναι γεγονός, βέβαια, ότι επιρροές της Ελληνικής φιλοσοφίας, ο Νεοπλατωνισμός, και μια συνεχιζομένη αναβίωσι της αιρέσεως του Γνωστικισμού του β’ αιώνος (μια πολύ πρόσφατη είναι και το “New Age”), επέδρασαν αρνητικά στη ζωή της Εκκλησίας, με τη θεώρησί τους ότι η ύλη -το σώμα είναι όχι απλώς κάτι το αδιάφορο αλλά κάτι το εχθρικό -προϊόν ενός κατώτερου Θεού, που πρέπει να εκτοπισθή, να εκμηδενισθή, χάριν του “αϋλου πνεύματος”. Μια τέτοια θεώρησι συχνά ώθησε σ’ ένα στείρο ασκητισμό, μια ουσιαστική απόσυρσι από τα “εγκόσμια”, σε μια αδιαφορία για κάθε κοινωνική συμμετοχή. Κάτι που η αρχαία Εκκλησία απέρριψε, καθώς με σαφήνεια στο Σύμβολο Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως διεκήρυξε: “προσδοκώ ανάστασιν νεκρών”. Τι έννοια θα είχε η διακήρυξι αυτή, αλλά και τόσες άλλες που συναντάμε στη βίβλο (Κ.Δ. και Π.Δ.) και ιδιαίτερα στο ιε’ κεφάλαιο της Α’ Κορινθίους, εάν ο άνθρωπος ήταν μόνον πνεύμα;

Δεν ήταν όμως τούτο το Πνεύμα των Αναμορφωτών ούτε ακόμη και των πρωτεργατών του Ευαγγελίου στην Πατρίδα μας. Από τα πρώτα χρόνια ο Μιχαήλ Καλοποθάκης, στον αγώνα του έδωσε μια ξεχωριστή σ’ αυτόν τον τομέα έμφασι και επρωτοστάτησε σε αξιόλογες προσπάθειες στον κοινωνικό τομέα που θετικά επηρρέασαν τη ζωή αυτού του τόπου (βλέπε “Πρωτοπορία και Πρωτοπόροι”, σελ. 27 κ.ε.).

Το παράδειγμά του ακολούθησαν οι συνεχισταί του έργου. Είναι, πάντως, λυπηρό το ότι για πολλές δεκαετίες η παρουσία μας στον κοινωνικό τομέα, κάτω από την επιρροή μιας εσφαλμένης θεολογικής θεωρήσεως, υπήρξε σε αυξανόμενο βαθμό ασθενέστερη.

Μόνο στα μέσα της δεκαετίας του 1980 άρχισε να ανανεώνεται η αίσθησι αυτής της κλήσεώς μας και μια πρώτη έκφρασι αυτής της αναζωογονήσεως ήταν και η ίδρυσι του Σωματείου “ΦΙΛΗΜΩΝ” που έχει δώσει ικανά δείγματα μιας αποτελεσματικής και ευλογημένης διακονίας στον τομέα βοηθείας περιθωριακών προσώπων και κυρίως στον αγώνα για την βοήθεια προς ναρκομανείς.

Παράλληλα ενεργοποιήθηκε, ιδιαίτερα τα δύο τελευταία χρόνια, μια παλαιότερη σκέψι και ιδέα, που είχε υιοθετήσει η Γενική μας Σύνοδος, δια της δραστηριοποιήσεως μιας Επιτροπής “Για την ιερότητα της ζωής” που παρουσίασε ένα αξιόλογο έργο με την προετοιμασία σοβαρών μελετών με θέματα όπως: Οικολογία, Αμβλώσεις, Ευθανασία, Πορνογραφία, Ναρκωτικά, Ομοφυλοφιλία και μια σειρά άλλων τα οποία η Επιτροπή αυτή επεξεργάζεται. Ελπίζεται ότι σύντομα οι εργασίες αυτές θα κυκλοφορήσουν σε τευχίδια και θα τοποθετηθούν στα Βιβλιοπωλεία με την επιδίωξι της συμμετοχής μας σε σοβαρά τηλεοπτικά προγράμματα.

Μέσω αυτής της δραστηριότητος, με τη χάρι του εού, ελπίζουμε να δοθή μια σωστή μαρτυρία για την εν Χριστώ σωτηρία που αγγίζει και το νεκρό πνεύμα του ανθρώπου, αλλά και τη φυσική του υπόστασι αλλά ακόμη και το περιβάλλον, σε μια τρισδιάστατη διάστασι.

Βέβαια τελικά αποβλέπουμε στην ένδοξη Δευτέρα Έλευσι του Κυρίου όπου “το φθαρτόν τούτο ενδύσηται αφθαρσίαν και το θνητόν αθανασίαν…” (Α΄ Κορ. ιε΄:54), τότε που “πάσα η κτίσις” που “συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν” “ελευθερωθήσεται από της δουλείας της φθοράς εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού” (Ρωμ. η΄:21-22). Και με τις σκέψεις αυτές θα ήθελα να προσεγγίσουμε τον 21ον αιώνα. Μπορεί απρόβλεπτα σε μας γεγονότα ν’ αλλάξουν την πορεία της ιστορίας, όπως σήμερα φαίνεται ότι διαγράφεται, αλλά και ολόκληρης της ανθρωπότητος. Με την αλματώδη εξέλιξι της τεχνολογίας, την ασύλληπτη πρόοδο της γνώσεως και της ερεύνης, που συχνά δεν διστάζει να υπερβή κάθε θετικό όριο -παραβιάζοντας κάθε ηθικό κανόνα -ιδιαίτερα στον τομέα της βιοηθικής- αρνουμένη θείους νόμους, με την αλόγιστη κατανάλωσι των πηγών ενεργείας και του πλούτου γενικά της υδρογείου, ο άνθρωπος οδηγεί τη δημιουργία, παρά τις αυξανόμενες διαμαρτυρίες, στο χείλος του αφανισμού. Ο άνθρωπος που ετέθη να “φυλάττη” (Γεν. β:15) αυτή τη θαυμαστή δημιουργία κατέστη ο φθορέας της.

Όμως τον τελικό λόγο τον έχει ο Δημιουργός. Αυτός, την Δημιουργία Του: “πάντα όσα εποίησεν” τα εχαρακτήρισε “καλά λίαν” (Γεν. α΄:31). Αυτός θα αποκαταστήση, σε μια ασύλληπτη στη δική μας νόησι και φαντασία, την Δημιουργία Του, που η πτώσι κατέφθειρε. Θα ήταν, ίσως, και αυθαίρετη αλλά και βέβηλη η οποιαδήποτε προσπάθεια να διεισδύσουμε στη μυστική βουλή του Υψίστου ερμηνεύοντας φράσεις του Λόγου Του περί “καινής γης και καινού ουρανού” (Αποκ. κα΄:11), ή την υπόσχεσί Του “Ιδού καινά ποιώ πάντα”.

Ας σταθούμε, μάλλον, με θαυμασμό σ’ αυτή την ευλογημένη υπόσχεσι και προσδοκία. Μια υπόσχεσι που υποδηλώνει κάτι το απείρως ένδοξο, λαμπρό και θαυμαστό. Οπωσδήποτε, όμως, ας παρατηρήσουμε ότι οι λέξεις “καινός” και “νέος” (που απαντάται στις μεταφράσεις -όχι στο κείμενο) δεν είναι συνώνυμες, ακόμη και στην Κ.Δ. όπου και οι δύο απαντώνται, όμως με διαφορετική έννοια. Κάτι που έχει επισημανθή και από σοβαρούς Αναμορφωμένους μελετητάς (Antony Hoekema)2. Θα ήταν δυνατόν νόμιμα να ισχυρισθούμε ότι η λέξις “νέος” σημαίνει κάτι το εξ υπαρχής νέον, ενώ το “καινός” κάτι το οποίον, εις κάποιαν μορφήν προϋφίστατο. Ακόμη και στην νέα Ελληνική εξακολουθεί να υφίσταται μια διαφοροποίησι μεταξύ του “καινούριου” και του “νέου” (π.χ. ποτέ δεν λέγουμε “ανανέωσις” μιας οικοδομής αλλά “ανακαίνισις”).

Οπωσδήποτε με την υπόσχεσί Του ο Κύριος: “Ιδού καινά ποιώ πάντα” δεν νομίζω ότι υποδηλοί μια εξαφάνισι, έναν εκμηδενισμό της δημιουργίας. Δεν θα ήταν αυτό μια νίκη του Σατανά αφού θα εξανάγκαζε τον Δημιουργό να καταστρέψη ολοκληρωτικά το Έργον Του το οποίον εχαρακτήρισε “καλό λίαν”; Δεν θα ήταν τούτο κάτι που θα ανταποκρινόταν στη θεωρία αθέων επιστημώνων ότι όπως ο κόσμος άρχισε από το μηδέν θα καταλήξη στο μηδέν;

Όμως, προσωπικά, νομίζω ότι Εκείνος που εδημιούργησε μια τόσο θαυμαστή Κτίσι που ομιλεί και διαλαλεί τα Μεγαλεία Του, την Δόξα Του (Ψαλμ. ιθ΄:1) θα απελευθερώση αυτήν την Δημιουργία που υπέστη τις τρομακτικές συνέπειες της πτώσεως (Ρωμ. η΄:21-22), με μια ασυλλήπτου μεγαλειότητος ανακαινιστική μεταλλαγή, όπου ο άνθρωπος με το σώμα της αναστάσεως θα ευρίσκεται σε μια πλήρη προσαρμογή.

Αποβλέπουμε, λοιπόν, στην εσχατολογική εκείνη διακήρυξι της νίκης και του τελικού θριάμβου του Κυρίου όταν: “εν τω ονόματι Ιουσού παν γόνυ κάμψη επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων και πάσα γλώσσα εξομολογήσεται ότι Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός” (Φιλ΄. β:2).

Έτσι με θείο δέος, κατάνυξι, θαυμασμό, λατρεία, δοξολογία και αίνο, ας επαναλάβουμε την ωραία επιφώνησι των Αναμορφωτών “ΤΩ ΘΕΩ ΜΟΝΟΝ Η ΔΟΞΑ” (SOLI DEO GLORIA). (

Σημειώσεις

Από διήγησι της μητέρας μου ενθυμούμαι ότι ανέφερε ότι ο παππούς, ίσως στη δεκαετία του 1890, εκήρυττε σε συνάθροισι στην Πάτρα, την οποία παρακολουθούσε ο αείμνηστος, μετά, ποιμένας της εκκλησίας Θεσσαλονίκης, Αιδ. Αριστείδης Μιχιτσόπουλος (1873-1954).

α) Antony A. Hoekema (1913-1988), Καθηγητής της συστηματικής θεολογίας εις το “CALVIN THEOLOGICAL SEMINARY”, Michigan, ΗΠΑ. “THE BIBLE AND THE FUTURE”, σελ . 284. (Βλέπε ολόκληρο το κεφάλαιον 20. “The New Earth”, Σελ. 274-287, ιδιαίτερα Σελ. 280-281). Επίσης παλαιαί ομολογίαι ως: η “CONFESSIO BELGICA”, Άρθρ. 37, παρ. 1 σημειώνει: “Ο Χριστός θα επανέλθη “καιών μετά πυρός και φλογός τον παλαιόν κόσμον, προκειμένου να τον καθαρίση”. Δηλαδή δεν πρόκειται περί “ολοκληρωτικής εκμηδενίσεως” (total anihilation) αλλά περί “ανακαινίσεως” ή έστω “ανανεώσεως” (renewal). Όσον αφορά στις λέξεις “νέος”: αυτή σημαίνει κάτι το νέον από απόψεως χρόνου (μόλις δημιουργηθεί) (time), ή από απόψεως αρχής ή πηγής (origin), ενώ “καινός” σημαίνει το νέον από απόψεως φύσεως (nature) ή από απόψεως “ποιότητος” (quality), Σελ. 280. (Επίσης J. Behn “καινός” TDNT III, 447-49 ως και William Barclay “The One New Man”). β) Επίσης εις Herman Bavinck (1895-1964), Καθηγητής της Ιεραποστολογίας εις το Πανεπιστήμιον του Kampen (Ολλανδία): “The Last Things”, κεφ. 7 (The Renewal of Criation): Γράφει σελ. 155: “Κατά τας Γραφάς ο παρών κόσμος ούτε θα συνεχίση για πάντα, ούτε θα καταστραφή για να αντικατασταθή από έναν τελείως νέον. Αντιθέτως θα καθαρισθή από την αμαρτία και θα αναδημιουργηθή, αναγεννηθή, ανακαινισθή, θα ολοκληρωθή (maade whole)… Βλέπε επίσης “Eschatology”, Έκθεσι επί του θέματος της εσχατολογίας (μελέτη υπό Επιτροπής του R.E.S. (Reformed Ecumenical Synod), 1972, προετοιμασθείσα υπό τεσσάρων Αναμορφωμένων Καθηγητών, όπου μεταξύ άλλων σημειούται: “Η καινή γη η οποία θα εμφανισθή όταν οι ουρανοί “πυρούμενοι λυθήσονται και στοιχεία καυσούμενα τήκεται” (Β΄ Πέτρ. γ:12), όταν “ο ήλιος σκοτισθήσεται, και η σελήνη ου δώσει το φέγγος αυτής…” (Μαρκ. ιγ:24,25), θα είναι η παλαιά γη, αλλά κεκαθαρμένη υπό της κρίσεως του Θεού…” και, ύστερα, από μιαν περαιτέρω έκθεσι της θέσεως αυτής, σημειούται: “Ενώ δεν θα πρέπει να θεωρούμε αυτήν την διαδικασία να είναι καταστρεπτική ή να σημαίνη πλήρη εξαφάνισι της παλαιάς, θα πρέπει να ενθυμηθούμε ότι δεν γνωρίζουμε ακριβώς πώς αυτό θα πραγματοποιηθή και τι θα λάβη χώραν. Πράγματι εις την Αγία Γραφή ο σκοπός δεν είναι να δοθή μια πλήρη περιγραφή του κόσμου ως καταστρεφομμένου ή αναδυομένου εκ της τέφρας, αλλά για να δοθή προτροπή και παραίνεσι αναφορικά με την ερχομένη κρίσι…”

Το κείμενο αναδημοσιεύεται κατόπιν αδείας από το περιοδικό “Αστήρ της Ανατολής”.